Tου Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη*
Η ανάληψη του ελέγχου από κουρδικές αντικαθεστωτικές δυνάμεις φίλα προσκείμενες στο ΡΚΚ ή οργανικά συνδεδεμένες με αυτό και η ύψωση κουρδικών σημαιών απέναντι στα τουρκικά συνοριακά φυλάκια δημιούργησαν αναστάτωση στην τουρκική κοινή γνώμη. Χρειάσθηκαν πάνω από δέκα χρόνια για να συνηθίσει η Τουρκία στην ιδέα της κουρδικής αυτονομίας στο βόρειο Ιράκ και η προοπτική της αναδύσεως μιας νέας κουρδικής αυτόνομης πολιτικής οντότητος στη βορειοανατολική Συρία με την υποστήριξη και της αυτονόμου κουρδικής κυβερνήσεως του βορείου Ιράκ φαντάζει μάλλον απειλητική για τα τουρκικά συμφέροντα. Η επίσκεψη Νταβούτογλου στο βόρειο Ιράκ αποσκοπεί ακριβώς στο να προλάβει τη δημιουργία τετελεσμένων· η αμοιβαία καχυποψία στο συγκεκριμένο ζήτημα, όμως, είναι δύσκολο να αρθεί.
Η τουρκική διπλωματία εμφανίζεται δέσμια των φιλοδόξων θέσεων που έχει διατυπώσει κατά την πορεία των αραβικών εξεγέρσεων. Η εικόνα του πρωθυπουργού Ερντογάν ως «προστάτη των απανταχού αγωνιζομένων πολιτών της Μέσης Ανατολής» είναι δύσκολο να συμβιβασθεί με τις απειλές που διατύπωσε πρόσφατα εναντίον της δημιουργίας μιας κουρδικής οντότητος στην βόρεια Συρία. Πολύ περισσότερο, όταν οι σχέσεις της τουρκικής κυβερνήσεως με το κουρδικό πολιτικό κίνημα στην Τουρκία έχουν σημαντικά επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια. Τα βήματα προόδου στον τομέα προστασίας των κουρδικών μειονοτικών δικαιωμάτων από το 2002 και μετά είναι αναντίρρητα.
Αδιαμφισβήτητη, ωστόσο, είναι και η απροθυμία της κυβερνήσεως Ερντογάν να ανταποκριθεί από το 2009 και μετά στις προσδοκίες της κουρδικής μειονότητος σε θέματα όπως η διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας στα δημόσια σχολεία και η διοικητική αποκέντρωση. Η ατολμία και ο φόβος του πολιτικού κόστους συνοδεύθηκαν από την υποτροπή σε παλαιές πρακτικές καταστολής. Οι διώξεις εκατοντάδων Κούρδων τοπικών αρχόντων και βουλευτών του κόμματος με το πρόσχημα της συνεργασίας με το ΡΚΚ ή η απροθυμία διεξαγωγής έρευνας για τις συνθήκες υπό τις οποίες ο τουρκικός στρατός σκότωσε 34 νέους άοπλους Κούρδους στα σύνορα Τουρκίας – Ιράκ τον Δεκέμβριο είναι ενδεικτικές της αλλαγής ρότας της τουρκικής κυβερνήσεως. Αυτό όχι μόνο πολώνει τις σχέσεις της κουρδικής μειονότητος με την τουρκική πλειονότητα, αλλά και μειώνει την αξιοπιστία των τουρκικών πρωτοβουλιών στη Μέση Ανατολή.
Σε πρόσφατο δοκίμιό του ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι η Τουρκία «χάρη στην αυξημένη προστασία των βασικών ελευθεριών δεν άγεται πλέον από τον φόβο των εσωτερικών προβλημάτων, έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση για τη διεθνή της θέση και απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των γειτόνων της και της διεθνούς κοινότητος». Επίσης, ο ίδιος ισχυρίσθηκε προ ημερών ότι η Τουρκία παραμένει «ο βασικότερος παράγοντας που θα διαμορφώσει το μέλλον της Συρίας.» Η «γάγγραινα» του κουρδικού προβλήματος υπονομεύει την ακρίβεια αμφοτέρων των δηλώσεων.
* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου